άρθρωση

άρθρωση
Ανατομικός σχηματισμός με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους διαφορετικά οστά. Η ά. στην οποία τα διάφορα οστά συνδέονται μεταξύ τους με την παρεμβολή ινοχόνδρινου ιστού ονομάζεται συνάρθρωση. Στις συναρθρώσεις δεν υπάρχει κενό μεταξύ των οστών που μένουν ακίνητα, όπως π.χ. στο κρανίο που αποτελείται από διάφορα οστά (μετωπιαίο, βρεγματικό, ινιακό), τα οποία αρθρώνονται μεταξύ τους με παρεμβολή συνδετικού ιστού. Η ά. στην οποία τα δύο αντικείμενα οστά σχηματίζουν μια κλείδωση και έχουν έτσι τη δυνατότητα να κινούνται ονομάζεται διάρθρωση. Σε αυτό τον τύπο ά. οι επιφάνειες των οστών που βρίσκονται σε επαφή είναι λείες, καλύπτονται από μια στιβάδα χόνδρου και ενώνονται μεταξύ τους με μια ινώδη κάψα που ονομάζεται αρθρικός θύλακος. Η εσωτερική επιφάνεια του θυλάκου καλύπτεται από μια μεμβράνη, τον αρθρικό υμένα, και εκκρίνει το λεγόμενο αρθρικό υγρό, που διευκολύνει την ολίσθηση των αρθρικών επιφανειών και εξουδετερώνει τη μηχανική τριβή μεταξύ των αρθρικών επιφανειών των οστών που βρίσκονται απέναντι το ένα με το άλλο. Παράδειγμα διάρθρωσης αποτελεί η ά. του αγκώνα. Ο αρθρικός θύλακος συμπληρώνεται από τους αρθρικούς συνδέσμους, λωρίδες συνδετικού ιστού που βρίσκονται κατά ένα μέρος έξω από τον θύλακο και κατά ένα μέρος μέσα σε αυτόν, και συμβάλλουν στη στερεότητα της ά. Σε μερικές α., όπως στο γόνατο, μεταξύ του ενός και του άλλου οστού παρεμβάλλεται ένας ινοχόνδρινος σχηματισμός που ονομάζεται μηνίσκος και συντελεί στη συναρμογή δύο αρθρικών επιφανειών που δεν εφαρμόζουν απόλυτα. Οι α. με την ενέργεια των μυών κάνουν δυνατή την κίνηση των διαφόρων τμημάτων και ολόκληρου του σώματος· ακόμα, χάρη στην αντοχή και στην ελαστικότητά τους, μπορεί το σώμα να πάρει και να διατηρήσει διάφορες στάσεις. Οι παθολογικές εξεργασίες των α. ονομάζονται αρθρίτιδες. Όταν μια παθολογική εξεργασία ενδιαφέρει μόνο τον θύλακο, μιλάμε για θυλακίτιδα: μπορεί να εμφανιστεί ως πρωτοπαθής από τις ίδιες αιτίες που προκαλούν μια αρθρίτιδα ή να είναι δευτεροπαθής ως επακόλουθο τραύματος (τραυματική θυλακίτιδα). Μιλάμε για εξάρθρωση, όταν από συγγενή αίτια ή έπειτα από κάκωση παρατηρείται απώλεια των φυσιολογικών σχέσεων μεταξύ των αρθριτικών επιφανειών. Όλο και πιο συχνές εξαιτίας της μεγάλης διάδοσης των σπορ, είναι οι τραυματικές κακώσεις των αρθριτικών μηνίσκων του γόνατος, η ρήξη των οποίων προκαλεί εμπλοκή της ά. Το ατύχημα αυτό είναι ιδιαίτερα συχνό στους ποδοσφαιριστές και τους σκιέρ. Σε αυτή την περίπτωση παρατηρείται περιορισμός της πλήρους έκτασης του γονάτου· συχνά αυτή η βλάβη αποκαθίσταται με συντηρητική αγωγή, αλλά εύκολα υποτροπιάζει κι έτσι εμποδίζει την πλήρη δραστηριότητα του ατόμου. Η θεραπεία γίνεται με τη χειρουργική αφαίρεση του μηνίσκου που έχει ραγίσει.
* * *
η (AM ἄρθρωσις) [αρθρώνω]
σφιχτή σύνδεση, συναρμογή των μερών συνόλου
νεοελλ.
1. συναρμογή των οστών για σχηματισμό του σκελετού, κλείδωση
2. συνένωση φθόγγων με ορισμένη σειρά για δημιουργία έναρθρου λόγου.

Dictionary of Greek. 2013.

Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • άρθρωση — η 1. η σύνδεση δύο ή περισσότερων μερών ενός όλου: Μου πονούν οι αρθρώσεις των χεριών μου. 2. προφορά σαφής και ευκρινής των συλλαβών για σχηματισμό των λέξεων: Έχει πολύ καλή άρθρωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γωνιώδης άρθρωση — Άρθρωση όπως εκείνη του γονάτου, στην οποία οι επιφάνειες δύο οστών εφαρμόζουν σφιχτά επιτρέποντας μόνο την κίνηση μπρος και πίσω …   Dictionary of Greek

  • ακρωμιοκλειδική άρθρωση — Η άρθρωση ανάμεσα στο κλειδοκόκαλο (κλείδα) και την ωμοπλάτη καθώς και ο σύνδεσμος που ενώνει τα οστά αυτά …   Dictionary of Greek

  • γόνατο — Άρθρωση που συνδέει το μηριαίο οστό με την κνήμη. Στην άρθρωση αυτή συμμετέχει και ένα άλλο οστό, η επιγονατίδα, που βρίσκεται μέσα στον τένοντα του τετρακέφαλου μυός. Η κυρτή αρθρική επιφάνεια των μηριαίων κονδύλων εφάπτεται με την ελαφρώς κοίλη …   Dictionary of Greek

  • αγκώνας — Η εξωτερική καμπή του άνω άκρου, μεταξύ βραχίονα και αντιβραχίου. Η άρθρωση του α. είναι σύνθετη. Αποτελείται από δύο αρθρώσεις, την πηχεοβραχιόνιο και την άνω κερκιδωλενική, οι οποίες περιβάλλονται από κοινό αρθρικό θύλακο. Η πηχεοβραχιόνιος… …   Dictionary of Greek

  • οστεοαρθρικό σύστημα — Σύστημα που σχηματίζεται από δύο ή περισσότερα οστά και από συζευκτικά μέσα, τα οποία επιτρέπουν διάφορου βαθμού κινητικότητα στα οστά τα οποία συνδέουν. Οι αρθρώσεις διακρίνονται, με ανατομικά και λειτουργικά κριτήρια, σε δύο μεγάλες ομάδες: την …   Dictionary of Greek

  • αίμαρθρο — Συγκέντρωση αίματος μέσα στην άρθρωση. Μπορεί να συμβεί μετά από τραυματισμό ή να οφείλεται σε αδυναμία του αίματος να σχηματίζει θρόμβους. Η άρθρωση πρήζεται, πονάει και παθαίνει δυσκαμψία. Η τοποθέτηση παγοκύστης βοηθά στη μείωση του οιδήματος …   Dictionary of Greek

  • πηχεοκαρπικός — ή, ό, Ν φρ. «πηχεοκαρπική άρθρωση» ανατ. η κερκιδοκαρπική άρθρωση που σχηματίζεται μεταξύ κερκίδας και τρίγωνου χόνδρου, αφ ἐνός, και σκαφοειδούς, μηνοειδούς και πυραμοειδούς οστού τού καρπού, αφ ετέρου, άρθρωση στην οποία εκτελούνται κινήσεις… …   Dictionary of Greek

  • πόδι — Στον άνθρωπο, είναι το κατώτερο μέρος του κάτω άκρου το οποίο αποτελείται από ένα σκελετό 26 οστών, που ενώνονται μεταξύ τους με μια σειρά αρθρώσεων, από τις οποίες οι σπουδαιότερες από λειτουργική άποψη είναι η αστραγαλοπτερνική άρθρωση, μεταξύ… …   Dictionary of Greek

  • σφαιροειδής — ές, ΝΜΑ 1. αυτός που μοιάζει με σφαίρα, σφαιρικός, στρογγυλός («διὸ δὴ καὶ σφαιροειδὲς... καὶ κυκλοτερὲς [τὸ σχῆμα τοῡ κόσμου] ἐτορνεύσατο», Πλάτ.) 2. το ουδ. ως ουσ. το σφαιροειδές στερεό τού οποίου το σχήμα ελάχιστα διαφέρει από το σχήμα τής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”